Άρθρο μου στα “Νέα”

Και, εκεί που (οι περισσότεροι από μας) ξεκούραστοι και με καθαρό μυαλό ετοιμαζόμαστε να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις του φθινοπώρου,  έρχεται και να μας χτυπήσει την πόρτα της μνήμης η 3η του Σεπτέμβρη, η επέτειος ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ. Συνήθως, μέσα από διηγήσεις και μαρτυρίες, λιγότερο ή περισσότερο αντικειμενικές, νοσταλγικές αναμνήσεις για πολλούς, πειρασμός για απομίμηση για άλλους, περίοδος για εξορκισμό για λίγους. Βέβαια η ιστορία είτε επαναλαμβάνεται σαν φάρσα, είτε ενεργοποιεί δημιουργικότητα, ποτέ δεν γυρίζει πίσω τον χρόνο, έχουμε άλλωστε πολύ δουλειά μπροστά μας. Και με τις δυο αυτές εκδοχές αντιμετώπισης της όμως οριοθετεί το μέλλον.

Και εάν υιοθετήσουμε την θετική της προσέγγιση, η 3η του Σεπτέμβρη μας καλεί να απαντήσουμε στο ερώτημα «Πόσο επίκαιρο είναι το αίτημα για εθνική ανεξαρτησία – λαϊκή κυριαρχία – κοινωνική απελευθέρωση;». Είναι ζήτημα η απελευθέρωση μας από τα δεσμά της δημοσιονομικής επιτροπείας ή όχι; Η αποδέσμευση της δημόσιας περιουσίας από την υποθήκη των 99 χρόνων; Η ασφαλής εκμετάλλευση του εθνικού μας πλούτου;

Είναι επίκαιρο το αίτημα για γνήσια αντιπροσώπευση μας, μακριά από διαπλεκόμενους και μη καμποτίνους και καριερίστες; Η διαφάνεια, ο έλεγχος, η λογοδοσία προσώπων που ενεργοποιούν θεσμούς που η έλλειψή τους έχει ως αποτέλεσμα όλο και μικρότερη συμμετοχή στα δημόσια πράγματα, ακόμα και στις εθνικές εκλογές;

Και πόσο μακριά μπορεί να πάει μια κοινωνία με υπερκέρδη από ολιγοπώλια, κοινωνικοποιημένες ζημιές, περιορισμένη απασχόληση, αισχροκέρδεια και προκλητική υπερκατανάλωση; Για πόσο ακόμα θα καλούνται οι εργαζόμενοι να υπομένουν την μερική απασχόληση υπό την απειλή της απόλυσης και της φτώχειας, οι γονείς τις δυο τρεις δουλειές του ποδαριού για να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους εκπαίδευση και ιατρικές φροντίδες στα παιδιά τους, μιας και τα δημόσια συστήματα μαραζώνουν;

Τέλος, με ποια λογική καλούνται οι πιο νέοι να μην μπορούν να σπουδάσουν αυτό που θέλουν, να υπομένουν διακρίσεις, να μην βρίσκουν δουλειά στον τόπο τους και, εάν βρουν, να υποχρεώνονται σε όλο και υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές σε ένα σύστημα που δεν τους εγγυάται ανθρώπινες συντάξεις και καλύψεις περίθαλψης;

Και είναι κυρίως, αυτού, οι νεότεροι που καλούνται να επωμιστούν το μεγαλύτερο κόστος από την κλιματική αλλαγή που υπονομεύει το μέλλον του πλανήτη και το δικό τους.

Η διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη μπορεί να είναι όχι απλώς μια αναλαμπή μνήμης. Υπάρχει υπερεπαρκής «πολιτική ύλη» για να την αναγορεύσει σε περιγραφή ενός μέλλοντος πολύ λαμπρότερου από την δύσκολη πραγματικότητα που βιώνουμε. Αρκεί να μην φοβηθούμε να το επιλέξουμε!

Μπορείτε να δείτε τις υπόλοιπες παρεμβάσεις μου εδώ.